• 210 77 80 155

Μεταβολές σχήματος του φακού - Εκτοπίσεις

Μεταβολές του σχήματος του φακού

     Ο φακός του ματιού έχει σχήμα αμφίκυρτο και βρίσκεται μεταξύ της οπίσθιας επιφάνειας της ίριδας και της πρόσθιας επιφάνειας του υαλοειδούς. Η διάμετρός του είναι 10mm και το πάχος του 4mm. Η οπίσθια επιφάνεια του φακού είναι πιο κυρτή από την πρόσθια. Ο φακός συγκρατείται στη θέση του από τις ίνες της Ζιννείου ζώνης, που εκφύονται από το ακτινωτό σώμα και καταφύονται στην πρόσθια και οπίσθια επιφάνεια του φακού, κοντά στον ισημερινό. Oι μεταβολές που παρατηρούνται στο σχήμα του φακού είναι συγγενείς και επίκτητες.

Συγγενείς μεταβολές του σχήματος του φακού

ektopisi11. Κολόβωμα του φακού : Παρατηρείται κυρίως στο κάτω τμήμα, περί την έκτη ώρα, και εμφανίζεται υπό μορφή γωνιώδους έλλειψης στην περιοχή του ισημερινού. Είναι ιδιαίτερα σπάνιο και συνοδεύεται συχνά από σύστοιχα κολοβώματα της ίριδας, του ακτινωτού, του χοριοειδή μέχρι και του οπτικού νεύρου καθώς επίσης και από σύστοιχη απουσία των ινών της Ζιννείου ζώνης.

 

 

 

 

ektopisi22. Μικροσφαιροφακία: Η μικροσφαιροφακία που συνοδεύεται από εκτόπιση του φακού και γλαύκωμα, μπορεί να εμφανισθεί σαν τυχαία ανωμαλία, αλλά μπορεί να κληρονομείται είτε με τον αυτόσωμο επικρατούντα είτε με τον αυτόσωμο υπολειπόμενο χαρακτήρα. Συχνά συνοδεύεται και από άλλα σύνδρομα (Marfan, Alport, Klinefelter, oμοκυστονουρία). Το μέγεθος του βολβού είναι συνήθως φυσιολογικό. Μετά από μυδρίαση, ο μικρός φακός φαίνεται ότι είναι στο κέντρο της κόρης και ο ισημερινός του είναι ορατός κατά 360°. Στο μη μυδριασμένο οφθαλμό ο πρόσθιος θάλαμος είναι στενότερος από την προς τα εμπρός μετατόπιση του φακού. Δεν έχουν αναφερθεί συνυπάρχουσες ανωμαλίες από το οπίσθιο ημιμόριο. Ο μικροσφαιρικός φακός έχει βάρος και διάμετρο μειωμένο κατά 20-25% σε σχέση με τον φυσιολογικό φακό, αλλά προσθοπίσθιο άξονα αυξημένο κατά τουλάχιστον 25%.

3. Φακόκωνος και φακόσφαιρα : Πρόκειται για σπάνιες περιπτώσεις. Διακρίνονται σε πρόσθιο φακόκωνο και πρόσθια φακόσφαιρα, καθώς και σε οπίσθιο φακόκωνο και οπίσθια φακόσφαιρα που είναι και συχνότερες. Ο φακόκωνος εμφανίζεται σαν κωνοειδής διαμόρφωση της πρόσθιας ή οπίσθιας επιφανείας. Μερικές φορές η κορυφή του κώνου είναι θολερή. Στη φακόσφαιρα ο φακός εμφανίζει μία ισχυρή, δίκην ύβου, κύρτωση.

 

Επίκτητες μεταβολές του σχήματος του φακού

 ektopisi3    Οφείλονται σε εξοίδηση του φακού που μπορεί να συμβεί είτε σαν αποτέλεσμα ταχείας ωρίμανσης καταρράκτη, είτε μετά από τραύμα (τραυματισμός περιφακίου - καταρράκτης). Στις περιπτώσεις που ο φακός εξοιδαίνεται αυξάνει ο όγκος του και ο ισημερινός του γίνεται πλατύτερος και πιέζει ολόκληρο το ιριδικό διάφραγμα προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα αποκλεισμό της γωνίας και εμφάνιση γλαυκώματος. Στο αληθές φακογενές γλαύκωμα πολύ συχνή είναι η παρουσία ανατομικών προδιαθεσικών παραγόντων όπως αβαθής πρόσθιος θάλαμος και στενή γωνία.

 

Μηχανισμός πρόκλησης γλαυκώματος

   Η στενότερη επαφή μεταξύ ίριδας και φακού αυξάνει την αντίσταση ροής του υδατοειδούς υγρού προς τον πρόσθιο θάλαμο διαμέσου της κόρης, δηλαδή το σχετικό κορικό αποκλεισμό και οδηγεί σε αύξηση της πίεσης στον οπίσθιο θάλαμο. Η αύξηση της πίεσης στον οπίσθιο θάλαμο δημιουργεί περιφερική ίριδα bombe και περαιτέρω στένεμα της γωνίας. Όταν ο κορικός αποκλεισμός αυξηθεί αρκετά, η περιφερική ίριδα ωθείται πάνω στο διηθητικό ηθμό και η γωνία αποφράσσεται.

Στις περιπτώσεις που ο φακός εξοιδαίνεται, αυξάνει ο όγκος του και ο ισημερινός του γίνεται πλατύτερος και πιέζει ολόκληρο το ιριδικό διάφραγμα προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα αποκλεισμό της γωνίας.

Υπάρχει μία διαβάθμιση στο σχετικό ποσοστό συμμετοχής των δύο μηχανισμών, δηλαδή της περιφερικής ίριδας bombe και της άμεσης πίεσης από το φακό, στη δημιουργία κλειστής γωνίας. Εφόσον ο φακός είναι μεγάλος, γίνεται αντίστοιχα μικρότερο το απαραίτητο ποσό της ίριδας bombe για να αποφραχθεί η γωνία. Σε ακραίες περιπτώσεις, ο διογκωμένος φακός πιέζει ολόκληρο το ιριδικό διάφραγμα προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα τη μηχανική απόφραξη της γωνίας.

 

Κλινικά ευρήματα - Διάγνωση

     Από κλινική άποψη τα συμπτώματα και σημεία είναι γνωστά και μοιάζουν με εκείνα του οξέως γλαυκώματος. Μεγάλη ΕΠ με οίδημα του κερατοειδή, αθαλαμία, κλειστή γωνία, πόνος.

     Η διαφορική διάγνωση του φακογενούς γλαυκώματος από το πρωτοπαθές γλαύκωμα κλειστής γωνίας είναι αρκετά δύσκολη.

   Στην περίπτωση ώριμου ετερόπλευρου καταρράκτη, η διάγνωση είναι εύκολη. Επίσης βαθύς πρόσθιος θάλαμος και ευρεία γωνία στον άλλο οφθαλμό είναι υπέρ του φακογενούς γλαυκώματος.

         Στις υπόλοιπες περιπτώσεις η διάγνωση είναι πιο δύσκολη και οι ενδείξεις περιορίζονται στη διαφορετική εξέλιξη του καταρράκτη στους δύο οφθαλμούς και στο διαφορετικό πάχος του φακού. Η διαφορική διάγνωση μπορεί να γίνει με τα ακόλουθα :

  1. Γωνιοσκοπία με πίεση.
  2. Υπερηχογραφία, κυρίως β.
  3. Βιομικροσκόπιση με υπερήχους

 

Θεραπεία

     Με οποιονδήποτε τρόπο και αν δεχθούμε ότι δημιουργείται η υπερτονία, στην περίπτωση του εξοιδημένου φακού, η θεραπευτική αντιμετώπιση είναι σχεδόν πάντοτε η ίδια.

     Στη φάση της οξείας υπερτονίας χορηγούνται ωσμωτικώς δρώντα φάρμακα (Μαννιτόλη) και αναστολείς της καρβοανυδράσης. Τοπικά χορηγούνται β-αναστολείς και κορτιζόνη.

     Η τοπική χορήγηση μυωτικών πρέπει να αποφεύγεται, γιατί πολλές φορές έχουν αντίθετη δράση από την αναμενόμενη. Αυτό οφείλεται πιθανώς στη, λόγω σύσπασης του ακτινωτού που προκαλούν, χάλαση της Ζιννείου ζώνης και ακόλουθα μεγαλύτερη διόγκωση του φακού και αποπλάτυνση του ισημερινού του.

     Εφόσον δημιουργηθούν ευνοϊκότερες συνθήκες, επιβάλλεται η εξαίρεση του εξοιδημένου φακού. Η εξωπεριφακική αφαίρεση του φακού ή η φακοθρυψία με ταυτόχρονη ένθεση IOL οπισθίου θαλάμου είναι η μέθοδος εκλογής, παρουσιάζει όμως ορισμένες δυσκολίες όπως, ανεπαρκή μυδρίαση, δύσκολη καψουλοτομή ή καψουλόρηξη, ρήξη της Ζιννείου ζώνης και γενικά έχει υψηλότερο δείκτη επιπλοκών από την κανονική εγχείρηση.

 

Μεταβολές της θέσης του φακού (Εκτοπίσεις)

     Ο όρος εκτόπιση του φακού (ectopia lentis) αναφέρεται στη μεταβολή της θέσης (μετατόπιση-παρεκτόπιση) του φακού από τη φυσιολογική κεντρική του θέση στον οπίσθιο θάλαμο.

     Ο όρος υπεξάρθρημα ή ημιεκτόπιση του φακού (subluxation) συνεπάγεται χάλαση ή ρήξη μέρους της Ζιννείου ζώνης, ώστε ο φακός μετακινείται από τη φυσιολογική κεντρική του θέση στον οπτικό άξονα, παραμένει όμως στον οπίσθιο θάλαμο και μερικά ή ολικά στο χώρο της κόρης.

     Στην περίπτωση εξαρθρήματος (luxation or dislocation) υπάρχει ολική ρήξη της Ζιννείου ζώνης και ο φακός είναι δυνατόν να παρεκτοπισθεί στον πρόσθιο θάλαμο ή το υαλοειδές, αλλά επίσης είναι δυνατόν να παραμείνει στον οπίσθιο θάλαμο και μερικά ή ολικά στο χώρο της κόρης.

 

Αιτιολογία

     Πολλές οντότητες έχουν αναφερθεί ότι αποτελούν αίτιο ή συνοδεύονται από εκτόπιση του φακού. Σε μερικές από αυτές τις παθήσεις η εκτόπιση είναι καθαρά κληρονομική, ενώ σε άλλες είναι δευτεροπαθής οφειλόμενη σε τραύμα ή οφθαλμική πάθηση.

 

Καταστάσεις που συνοδεύονται από εκτόπιση φακού

Α) Κληρονομικές παθήσεις

  

α) Συχνή εκτόπιση φακού

         1. Μεμονωμένη εκτόπιση φακού (αυτόσωμος επικρατών τύπος)

         2. Εκτόπιση φακών και κόρης (αυτόσωμος υπολειπόμενος τύπος)

         3. Μεμονωμένη μικροσφαιροφακία

         4. Σύνδρομο Weill - Marchesani

         5. Σύνδρομο Marfan

         6. Ομοκυστινουρία

    

     β) Έχει αναφερθεί εκτόπιση φακού

       1. Σύνδρομο Alport

       2. Ανιριδία

       3.Cornea plana

       4. Κρανιοπροσωπική δυσόστωση

       5. Σύνδρομο Ehlers - Danlos

       6. Σύνδρομο Klinefelter

       7. Σύνδρομο Klippel - Feil

       8. Γναθοπροσωπική δυσόστωση

         9. Μεγαλοκερατοειδής

       10. Οξυκεφαλία

       11. Μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια

       12. Πολυδακτυλία

       13. Σύνδρομο Rieger

       14. Σύνδρομο Sturge - Weber

 

B) Δευτεροπαθείς εκτοπίσεις

     α) Εξοφθάλμια αίτια

         1. Τραύμα

         2. Χειρουργικές επιπλοκές

  

     β) Λόγω οφθαλμικής πάθησης

         1. Βούφθαλμος

         2. Παραμονή υπερπλαστικού πρωτογενούς υαλοειδούς

         3. Σύνδρομο αποφολίδωσης

         4. Υψηλή μυωπία

         5. Ενδοφθάλμιοι όγκοι

         6. Ώριμος ή υπερώριμος καταρράκτης

         7. Ραγοειδίτις

         8. Ιδιοπαθής ατροφία της ίριδας

    

Σαν συχνότερη αιτία για ημιεκτόπιση ή πλήρη εκτόπιση του φακού θεωρείται γενικά ο τραυματισμός του βολβού.

 

Ταξινόμηση

   Τις εκτοπίσεις του φακού μπορούμε να τις διακρίνουμε σε :

  • μερικές (ημιεκτοπίσεις) ή ολικές
  • πρόσθιες ή οπίσθιες
  • συγγενείς ή επίκτητες
  • συγγενείς, μετατραυματικές και δευτεροπαθείς από άλλη οφθαλμική πάθηση
    • αυτόματες ή μετατραυματικές

 

Κλινικά ευρήματα

Συμπτώματα

Ελάχιστη εκτόπιση του φακού μπορεί να είναι ασυμπτωματική, ενώ μεγαλύτερη εκτόπιση έχει σαν αποτέλεσμα κυρίως διαταραχές της όρασης, που οφείλονται στην αύξηση της σφαιρικότητας του φακού λόγω χάλασης ή ρήξης της Ζιννείου ζώνης και στη μετακίνηση του φακού. Τα συμπτώματα που παρατηρούνται συνήθως είναι τα ακόλουθα :

  1. Υψηλή διαθλαστική μυωπία
  2. Αστιγματισμός που δύσκολα διορθώνεται με γυαλιά και που διαφέρει από τις ενδείξεις του κερατόμετρου, όπως και από μία εξέταση στην άλλη.
  3. Διαταραχή της προσαρμογής, λόγω χάλασης ή ρήξης της Ζιννείου ζώνης.
  4. Μονόφθαλμη διπλωπία, όταν το χείλος του φακού βρίσκεται στην κόρη.
  5. Διάθλαση αφακίας στην πλήρη εκτόπιση (στο υαλοειδές).
  6. Συνεχής αλλαγή της διάθλασης όταν ο φακός είναι κινητός.
  7. Πόνος, εφόσον συνυπάρχει υπερτονία.

 

Σημεία

     Τα σημεία ποικίλλουν ανάλογα με τη μετακίνηση του φακού. Στην πλήρη εκτόπιση ο φακός φαίνεται στον πρόσθιο θάλαμο ή στο υαλοειδές. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις τα σημεία που παρατηρούνται είναι γενικά τα εξής :

  • Ιριδοδόνηση, που αφορά κυρίως το μέσο τμήμα της ίριδας και
  • Φακοδόνηση.

Η εξέταση του προσθίου θαλάμου παρέχει χρήσιμα στοιχεία. Στην πρόσθια μετακίνηση του φακού ο πρόσθιος θάλαμος είναι αβαθής στον προσβεβλημένο οφθαλμό και υπάρχει ασυμμετρία στο βάθος του Π.Θ. στα δύο μάτια, εφόσον η εκτόπιση είναι ετερόπλευρη ή διαφορετικού βαθμού στα δύο μάτια. Επίσης είναι δυνατόν να υπάρχει ανισομερές βάθος του προσθίου θαλάμου στα διάφορα τεταρτημόρια του ίδιου οφθαλμού. Τέλος ο πρόσθιος θάλαμος μπορεί να είναι βαθύς και η γωνία ευρεία, όταν υπάρχει οπίσθια εκτόπιση.

Γωνιοσκοπικά η πρόσθια μετακίνηση του φακού δίνει στην ίριδα ένα χαρακτηριστικό κωνικό σχήμα, κυρίως στην περιοχή του σφιγκτήρα, που μοιάζει με “κρατήρα ηφαιστείου”.

   Ο ισημερινός του φακού μπορεί να προβάλλει στο κορικό πεδίο και να φανούν οι ίνες της Ζιννείου ζώνης, που όμως λείπουν σε κάποιο τομέα.

Επίσης το υαλοειδές μπορεί να προβάλλει δια μέσου της κόρης και να συμμετέχει στον κορικό αποκλεισμό.

     Όταν συνυπάρχουν επιπλοκές, όπως γλαύκωμα, ραγοειδίτις, καταρράκτης ή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, θα υπάρχουν επιπλέον τα αντίστοιχα συμπτώματα και σημεία.

 

Μηχανισμός πρόκλησης γλαυκώματος

   Η ημιεκτόπιση ή η πλήρης εκτόπιση του φακού, είτε είναι συγγενής είτε μετατραυματική ή τέλος δευτεροπαθής σαν συνέπεια άλλης οφθαλμικής πάθησης, είναι μεν αρκετά συχνή, δεν συνοδεύεται όμως πάντοτε από δευτεροπαθή υπερτονία. Μετά από τραυματική εκτόπιση του φακού, η εγκατάσταση υπερτονίας θεωρείται αρκετά συχνή επιπλοκή. Επίσης η πλήρης εκτόπιση του φακού συνοδεύεται πολύ συχνότερα από δευτεροπαθή υπερτονία, απ’ ότι η ημιεκτόπιση.

Διάφοροι μηχανισμοί μπορεί να είναι υπεύθυνοι για την εμφάνιση γλαυκώματος στις περιπτώσεις μερικής ή ολικής εκτόπισης του φακού, που μπορεί να έχουν ή όχι σχέση με το φακό. Από αυτούς που έχουν άμεση σχέση με το φακό οι σημαντικότεροι αφορούν το γλαύκωμα που συνοδεύει πρόσθια μετατόπιση του φακού και τον κορικό αποκλεισμό.

  

Ημιεκτόπιση του φακού

Ο ημιεκτοπισμένος φακός συνήθως χαρακτηρίζεται από το μικρότερο μέγεθος του και τη μεγαλύτερη σφαιρικότητά του. Κατά κανόνα συνυπάρχει και χάλαση ή ρήξη της Ζιννείου ζώνης.

Ο μηχανισμός πρόκλησης οξείας υπερτονίας θεωρείται ο κορικός αποκλεισμός, είτε η ημιεκτόπιση είναι αυτόματη, είτε μετατραυματική. Ο κορικός αποκλεισμός προκαλείται από τη διακοπή της επικοινωνίας μεταξύ οπισθίου και προσθίου θαλάμου, είτε λόγω της μεγάλης σφαιρικότητας του φακού, είτε λόγω της προς τα εμπρός μετακίνησής του.

     Επίσης είναι δυνατόν να προκληθεί κορικός αποκλεισμός λόγω εγκλωβισμού του φακού στην κόρη.

     Τέλος, κορικός αποκλεισμός προκαλείται, όταν στο κενό που δημιουργεί ο ημιεκτοπισμένος φακός παρεμβληθεί υαλοειδοκήλη. Το τελευταίο εύρημα είναι πολύ συχνότερο στις μετατραυματικές ημιεκτοπίσεις παρά στις αυτόματες.

     Πρέπει να τονισθεί ότι η αυτόματη ημιεκτόπιση του φακού, που συμβαίνει πολύ συχνά στα σύνδρομα Marchesani και Marfan, συνοδεύεται πολλές φορές και από άλλες ανωμαλίες της γωνίας του προσθίου θαλάμου, που προδιαθέτουν στην εκδήλωση γλαυκώματος.

    Επίσης πρέπει να τονισθεί ότι στη μετατραυματική ημιεκτόπιση, η εγκατάσταση όψιμης υπερτονίας, είναι πολύ πιθανό να μην οφείλεται άμεσα στον ημιεκτοπισμένο φακό, αλλά σε ρήξη του ακτινωτού σώματος και οπισθοχώρηση της γωνίας του Π.Θ. (angle recession).

 

Εκτόπιση του φακού στον πρόσθιο θάλαμο      

     Στην περίπτωση της πλήρους εκτόπισης του φακού στον Π.Θ. η άμεση εγκατάσταση δευτεροπαθούς υπερτονίας αποτελεί πολύ συχνό εύρημα, είτε η εκτόπιση είναι αυτόματη, είτε μετατραυματική. Και στις δύο περιπτώσεις η υπερτονία οφείλεται πάντοτε σε κορικό αποκλεισμό.

 ektopisi4    Όταν όλος ο φακός βρίσκεται στον πρόσθιο θάλαμο, κορικός αποκλεισμός γίνεται από την οπίσθια επιφάνεια του φακού, δεδομένου ότι η προοδευτική αύξηση της πίεσης στον οπίσθιο θάλαμο πιέζει το ιριδοφακικό διάφραγμα πάνω στην οπίσθια επιφάνεια του φακού.

     Επίσης ο κορικός αποκλεισμός μπορεί να οφείλεται αρχικά σε μερικό εγκλωβισμό του φακού στην κόρη. Η ακόλουθη δε αύξηση της πίεσης στον οπίσθιο θάλαμο μπορεί να ωθήσει το φακό διαμέσου της κόρης στον πρόσθιο θάλαμο.

     Εάν ο εκτοπισμένος φακός κατ’ επανάληψη εγκλωβίζεται στην κόρη, ή έχει παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στον Π.Θ. τότε, κατά την άποψη των Rodman και Chandler, δημιουργούνται εκτεταμένες περιφερικές πρόσθιες συνέχειες, που έχουν σαν αποτέλεσμα την εγκατάσταση μόνιμης υπερτονίας.

 

Οπίσθια εκτόπιση του φακού στο υαλοειδές

     Ο μηχανισμός δημιουργίας υπερτονίας στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι ποικίλος.

     Εφ’ όσον ο φακός είναι ακέραιος, είναι δυνατόν να παραμείνει για μακρύ χρονικό διάστημα στο υαλοειδές, χωρίς να παρουσιάσει σοβαρές επιπλοκές και η όραση να είναι σχετικά καλή.

     Η εκδήλωση υπερτονίας μετά από αυτόματη ή μετατραυματική οπίσθια εκτόπιση του φακού δεν θεωρείται τόσο συχνή. Στις περιπτώσεις που παρατηρείται υπερτονία, θεωρείται αποτέλεσμα του τραύματος μάλλον και όχι του εκτοπισμένου φακού.

     Στις περιπτώσεις που παρατηρείται υπερτονία, αυτή μπορεί να οφείλεται:

  • σε υαλοειδοκορικό αποκλεισμό
  • σε φακολυτικό ή φακοαναφυλακτικό γλαύκωμα
  • σε ερύθρωση της ίριδας και νεοαγγειακό γλαύκωμα μετά από αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς
  • σε τυχόν συνύπαρξη χρόνιου απλού γλαυκώματος
  • και τέλος, όσον αφορά τη μετατραυματική εκτόπιση, σε οπισθοχώρηση της γωνίας, ή ghost cell glaucoma λόγω υαλοειδικής αιμορραγίας.

 

Θεραπεία

     Στην περίπτωση της δευτεροπαθούς υπερτονίας από κορικό αποκλεισμό, είτε αυτός οφείλεται σε μεγάλη σφαιρικότητα του φακού είτε σε πρόωση του φακού ή σε υαλοειδοκορικό αποκλεισμό, συνήθως αποδίδει καλά αποτελέσματα η εφαρμογή μυδριατικών. Αντίθετα, η χορήγηση μυωτικών προκαλεί πολλές φορές παράδοξη αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης, λόγω έντονου σπασμού του κυκλικού σώματος, χάλασης της Ζιννείου ζώνης και αύξησης της σφαιρικότητας του φακού.

     Εκτός από τα μυδριατικά χορηγούνται υπερωσμωτικές ουσίες και φάρμακα που μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού (αναστολείς της καρβοανυδράσης και β-αναστολείς).

     Στην περίπτωση ημιεκτοπισμένου φακού και στη σφαιροφακία, με την εφαρμογή μυδριατικών αποκαθίσταται η επικοινωνία μεταξύ οπισθίου και προσθίου θαλάμου και ο φακός επανέρχεται πολλές φορές στην αρχική του θέση. Μόνιμη θεραπεία του δευτεροπαθούς αυτού γλαυκώματος είναι η περιφερική ιριδεκτομία με Laser ή χειρουργικά.

     Η πλήρης εκτόπιση του φακού στον πρόσθιο θάλαμο απαιτεί άμεση θεραπεία, γιατί αν παραμείνει εκεί έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, λόγω της δημιουργίας περιφερικών πρόσθιων συνεχειών, θα εγκατασταθεί μόνιμο γλαύκωμα. Γίνεται κατ’ αρχάς προσπάθεια ανάταξης του φακού (μυδριατικά, ύπτια θέση, υπερωσμωτικές ουσίες, μαλάξεις κερατοειδούς, περιφερική ιριδεκτομία με Laser ). Εάν ο φακός αναταχθεί, γίνεται περιφερική ιριδεκτομία και χορηγούνται μυωτικά. Επί αποτυχίας ανάταξης του εκτοπισμένου φακού η εξαίρεσή του θεωρείται αναπόφευκτη.

     Στην περίπτωση που ο φακός είναι εκτοπισμένος στο υαλοειδές η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας τις περισσότερες φορές είναι αρκετά προβληματική. Εφόσον ο οφθαλμός δεν παρουσιάζει αντίδραση, η εξαίρεση του εκτοπισμένου φακού, κατά την άποψη των περισσοτέρων ερευνητών, δεν είναι απαραίτητη. Μόνο εφόσον υπάρχει υπερτονία που αιτιολογικά αποδίδεται στο φακό (φακολυτικό γλαύκωμα) ενδείκνυται η εξαίρεσή του. Η επέμβαση αυτή είναι τις περισσότερες φορές δύσκολη και περικλείει μεγάλους κινδύνους.

     Γενικά, η εξαίρεση ενός εκτοπισμένου φακού παρουσιάζει υψηλό δείκτη εγχειρητικών επιπλοκών. Κριτήρια για την εξαίρεση του φακού στην περίπτωση εκτόπισής του θεωρούνται τα ακόλουθα :

  1. Συνύπαρξη θόλωσης του φακού (καταρράκτης), που μπλοκάρει τον οπτικό άξονα. Η ένδειξη αυτή είναι ισχυρότερη εφόσον ο ασθενής είναι μονόφθαλμος.
  2. Μειωμένη οπτική οξύτητα ή διπλωπία, που οφείλεται στον εκτοπισμένο φακό (π.χ. όταν η περιφέρεια του φακού βρίσκεται στον οπτικό άξονα) και που δεν διορθώνεται συντηρητικά.
  3. Φακολυτικό γλαύκωμα.
  4. Δευτεροπαθές γλαύκωμα με κορικό αποκλεισμό που δεν απαντά στη συντηρητική θεραπεία.
  5. Εκτοπισμένος φακός στον πρόσθιο θάλαμο.
  6. Όταν ο φακός εμποδίζει τη βυθοσκόπηση επί παρουσίας αποκόλλησης του αμφιβληστροειδή.

     Πρέπει να σημειωθεί ότι η αποκόλληση του αμφιβληστροειδή είναι σχετικά συxνότερη σε οφθαλμούς με εκτόπιση φακού, είτε η εκτόπιση είναι κληρονομική (Marfan και ομοκυστινουρία = 10%), είτε μετατραυματική.

     Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η απώλεια υαλοειδούς κατά την εξαίρεση ενός εκτοπισμένου φακού είναι αρκετά συχνή, ιδίως στις μετατραυματικές εκτοπίσεις, και το ποσοστό που παρατηρείται είναι περίπου :

  1. Σύνδρομο Marfan : 21%
  2. Ομοκυστινουρία : 24%
  3. Τραύμα : 85%.

Δημήτρης Σ. Παπακωνσταντίνου

Αναπλ. Καθηγητής Οφθαλμολογίας

Α’ Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική Αθηνών

Ιατρείο

  • Αλεξανδρουπόλεως 1, Αθήνα - Αμπελόκηποι, Τ.Κ. 11527
  • 210 77 80 155
  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Βρείτε μας στον χάρτη

 
Top